20 από τις πιο επιδραστικές γυναίκες της ηλεκτρονικής μουσικής
20 από τις πιο επιδραστικές γυναίκες της ηλεκτρονικής μουσικής

Οι χιλιετίες σεξισμού και μισογυνισμού, έχουν εμποδίσει και συνεχίζουν να εμποδίζουν το μισό του πληθυσμού του πλανήτη να έχει πρόσβαση, ευκαιρίες, βοήθεια και αναγνώριση. Οι γυναίκες παραγκωνίζονται σε μεγάλο βαθμό σχεδόν στα πάντα και η ηλεκτρονική μουσική δεν αποτελεί εξαίρεση. Η πορεία προς την ισότητα σημαίνει ανανέωση και εμπλουτισμός της ιστορίας μέσω της αναγνώρισης.

Οι γυναίκες δεν περιορίστηκαν στα φωνητικά και την περσόνα της ντίβας τραγουδίστριας, αλλά θεμελίωσαν, πρωτοπόρησαν και συνεχίζουν να πρωτοπορούν, να δημιουργούν και να αγωνίζονται για αναγνώριση σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Η ιστορία μπορεί να γράφεται από τους άντρες, αλλά οι γυναίκες ήταν και είναι παρούσες κάνοντάς την. Αυτές είναι 20 από τις πιο επιδραστικές γυναίκες στην ιστορία της ηλεκτρονικής μουσικής.

της Άννας Γυπαράκη

Η Bebe Barron και ο σύζυγός της Louis

Charlotte Wind / Bebe Barron (1925-2008, ΗΠΑ)

Η Bebe Barron και ο σύζυγός της Louis ήταν οι δημιουργοί του πρώτου αμιγώς ηλεκτρονικού soundtrack, μόλις το 1956 για την ταινία “Forbidden Planet”, στο στούντιο του σπιτιού τους στη Νέα Υόρκη, με εξοπλισμό που έστησαν οι δυο τους. Το στούντιο τους μπορεί να θεωρηθεί ως το πρώτο στούντιο ηλεκτρονικής μουσικής στις Η.Π.Α, προσελκύοντας διασημότητες όπως τους John Cage, Tennessee Williams και Anaïs Nin, η οποία έδωσε και το παρατσούκλι “Bebe” στην Barron.

Daphne Oram

Daphne Oram (1925-2003, Ηνωμένο Βασίλειο)

Η Daphne Oram, η θρυλική Βρετανή συνθέτρια έγινε γνωστή κυρίως για τους πειραματισμούς της στη “musique concrete” (το μουσικό είδος που βασίζεται σε ήχους από φυσικές πηγές ήχων της καθημερινότητας). Ήταν η πρώτη γυναίκα που διηύθυνε στούντιο με ηλεκτρονικά όργανα. Την ονόμασαν γιαγιά του BBC Radiophonic Workshop Sound Effects Studio, αφού το ίδρυσε η ίδια παρέα με τον Desmond Briscoe το 1958.

Pauline Oliveros

Pauline Oliveros (1932-2016, ΗΠΑ)

Η 50χρονη καριέρα της Pauline Oliveros είχε σκοπό την κατάρριψη των ορίων στη δημιουργία της μουσικής. Την δεκαετία του ’50 ήταν μέλος ενός κύκλου ριζοσπαστικών συνθετών, καλλιτεχνών και ποιητών που βρέθηκαν στο Σαν Φρανσίσκο. Την δεκαετία του ’60 επηρέασε δραστικά την Αμερικάνικη μουσική με τη δουλειά της γύρω από τον αυτοσχεδιασμό και την ηλεκτρονική μουσική. Την ίδια περίπου περίοδο που το Radiophonic Workshop μετατρεπόταν στο κέντρο της πρωτοπορίας και δημιουργικότητας της Αγγλίας, το San Francisco Tape Music Center έκανε ακριβώς το ίδιο στη Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Pauline Oliveros ήταν ένα από τα πρώτα μέλη του και διευθύντριά του όταν μετακόμισε στο Mills College στο Oakland. Το 1985 ίδρυσε το Deep Listening Institute, ένα κέντρο ερευνών που αφοσιώθηκε στην εξέλιξη της φιλοσοφίας της που είχε ως βάση την “ειδοποιό διαφορά μεταξύ της ακούσιας φύσης της ακοής και την εκούσια επιλεκτική φύση της ακρόασης.”

Delia Derbyshire

Delia Derbyshire (1937-2001, Ηνωμένο Βασίλειο)

Τα ταλέντα στο BBC Radiophonic Workshop, ήταν αρκετά και συνεχίζουν να είναι ακόμα και σήμερα. Αυτή που κατάφερε να κατακτήσει τη φαντασία πολλών καλλιτεχνών του είδους ήταν η Delia Derbyshire. Η συνθέτρια του περίφημου θέματος του Dr Who, ήταν και εκείνη που έφερε τις avant-garde τεχνικές ηχογράφησης και την ηχητική αφηρημένη τέχνη, μέσα στα σπίτια των απλών Βρετανών ακροατών. Όπως και η Daphne Oram, η Derbyshire πρωτοπόρησε και η δουλειά της ενέπνευσε την ηλεκτρονική σκηνή σε τέτοιο βαθμό που στο Coventry (και η πόλη καταγωγής της) υπάρχει δρόμος με το όνομά της. Η φήμη της απογειώθηκε με τη σύνθεση του θέματος του Dr. Who το 1963, και το πρώτο που έγινε αποκλειστικά και μόνο με ηλεκτρονικά μουσικά όργανα.

Wendy Carlos

Wendy Carlos (1939, ΗΠΑ)

Η αμερικανίδα Wendy Carlos ήταν μία από τις πρώτες trans γυναίκες καλλιτέχνιδες και μία από τις σημαντικότερες πρωτοπόρους της ηλεκτρονικής μουσικής. Από την αρχή υποστήριξε τη χρήση του synthesizer και ως φίλη και πελάτισσα του Bob Moog, τον βοήθησε να βελτιώσει και εξελίξει τα πρώτα μοντέλα των περίφημων moog synths που αποτέλεσαν την αρχή της ηλεκτρονικής μουσικής. Η συνθέτρια έγραψε μουσική για αρκετά soundtracks για ταινίες όπως το Tron, The Shining, και A Clockwork Orange. Οι δε Kraftwerk συνήθιζαν να ανοίγουν τις συναυλίες τους με την δική της ερμηνεία του Beethoven που ακούγεται στην ταινία «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι».

Annette Peacock

Annette Peacock (1941, ΗΠΑ)

Πριν καν γεννηθεί ο Flying Lotus, η Annette Peacock ηχογραφούσε πειραματική ηλεκτρονική rap από τις αρχές του ‘70. Το αξιοσημείωτο άλμπουμ της “I’m the One” του 1972 ήταν πρωτοπόρο, περίεργο και τριπαριστό, συνδυάζοντας στοιχεία από free jazz, ελεύθερο στίχο και psychedelic rock, για να δημιουργήσει ένα δίσκο που ακόμη και σήμερα ακούγεται αναπάντεχα σύγχρονος. Ήταν μία από τις πρώτες καλλιτέχνιδες που χρησιμοποίησε τη φωνή της μέσα από το συνθεσάιζερ, εφευρίσκοντας μεγαλειώδη εφέ.

Laurie Spiegel

Laurie Spiegel (1945, ΗΠΑ)

Δουλεύοντας με τα συνθεσάιζερ καθ’ όλη τη διάρκεια του ‘60, η Laurie Spiegel ήταν μία από τις πρώτες μουσικούς που αντιλήφθηκαν και αγκάλιασαν τις δυνατότητες που πρόσφερε ο ερχομός των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Πειραματίστηκε με αλγοριθμικές συνθέσεις — «Αυτοματοποίησα ό,τι μπορούσε να αυτοματοποιηθεί, για να έχω μεγαλύτερη ελευθερία να αφοσιωθώ στις πλευρές της μουσικής που δεν γίνεται να αυτοματοποιηθούν… η πρόκληση ήταν να βρω ποιο ήταν τι» — και μοιράστηκε αυτό που έμαθε αναπτύσσοντας το software “Music Mouse”, ένα έξυπνο πρόγραμμα για συνθεσάιζερ οικιακών ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος του κοινού προς τη δουλειά της Spiegel ήρθε με τη συμμετοχή της και το κομμάτι “Sediment” που χρησιμοποιήθηκε στο soundtrack της ταινίας “The Hunger Games”.

Suzanne Ciani

Suzanne Ciani (1946, ΗΠΑ)

Η συνθέτρια και πρωτοπόρος synth μουσικός Suzanne Ciani θεμελίωσε και αυτή τη θέση της ως κεντρική φιγούρα της πρώιμης ηλεκτρονικής μουσικής. Από την δεκαετία του ’70, συνέθετε μουσική με το Buchla synthesizer για ταινίες και sound effects για διαφημιστικά, με το πιο γνωστό να είναι ο ήχος του μπουκαλιού της Coca-Cola που ανοίγει. Ένα μεγάλο μέρος της καριέρας της το αφιέρωσε, προσπαθώντας να εκφράσει θηλυκές ευαισθησίες μέσα από τις μηχανές, προσφέροντας έτσι ένα δυνατό αντίλογο στον υπέρμετρο ανδρισμό της ηλεκτρονικής σκηνής. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει 15 δίσκους και διευθύνει τη δική της δισκογραφική, τη Seventh Wave.

Laurie Anderson

Laurie Anderson (1947, ΗΠΑ)

Η συνεχής καινοτόμα προσέγγιση της Laurie Anderson προς τη μουσική, φαίνεται από τις δικές της κατασκευές μουσικών οργάνων, με πιο γνωστό το tape-bow βιολί, στο οποίο χρησιμοποίησε μαγνητική ταινία αντί για τρίχες αλόγου και αργότερα τη σύνδεσή του με ένα MIDI sampler. Συμμετείχε στην εμβληματική συλλογή του 1977 “Women in Electronic Music” μαζί με τις Oliveros και Spiegel και εδώ και 35 χρόνια, παραμένει το ίδιο ευρηματική όσο ποτέ.

Sharon White

Sharon White (1954, ΗΠΑ)

Η Sharon White ήταν η πρώτη γυναίκα DJ που έπαιξε στο gay superclub The Saint της Νέας Υόρκης και η μόνη γυναίκα που έπαιξε στο θρυλικό gay club Paradise Garage. Εμφανίστηκε στο Studio 54, Limelight και σε πολλά άλλα hotspots της εποχής της. Ήταν η πρώτη γυναίκα δημοσιογράφος του Billboard. Εργάστηκε σε πολλές μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες και ψηφίστηκε για να εισαχθεί στο The Legends Of Vinyl – DJ Hall of Fame το 2011. Όλα αυτά την έκαναν να είναι μία από τις σημαντικότερες φιγούρες της χορευτικής μουσικής στην Αμερική. Συνεχίζει την πορεία της ως παραγωγός και DJ μοιράζοντας τους deep house ήχους της εντός και εκτός Νέας Υόρκης.

Gudrun Gut (photo: Nina Maul)

Gudrun Gut (1957, Γερμανία)

Ακόμα και σε μία πόλη τόσο δημιουργική και ανήσυχη όσο το Βερολίνο, η Gudrun Gut ξεχωρίζει ως μία ενδιαφέρουσα και πρωτοπόρα προσωπικότητα και μουσικά δραστήρια από την δεκαετία του ’80. Υπήρξε μέλος της πρώιμης εκδοχής του πειραματικού γκρουπ Einsturzende Neubaten, και από τότε κυκλοφόρησε πολλή και συναρπαστική μουσική, τόσο με το συγκρότημά της Malaria! όσο και σόλο. Τέλη του ‘80 η Gut θα ήταν μία από τις τρεις γυναίκες των MATADOR, ένα μουσικό σχήμα στο οποίο θα αρχίσει να χρησιμοποιεί τη μουσική που συνέθετε στον υπολογιστή της, ενώ στις αρχές του ‘90 θα κυκλοφορήσει αρκετή μουσική για ταινίες και βίντεο. Το 1994 θα ξεκινήσει το OCEANCLUB, μία κολεκτίβα καλλιτεχνών με κοινή νοοτροπία στο πώς αντιλαμβάνονταν τη μουσική και με αποτέλεσμα την κυκλοφορία του Pop CD “G.Gut: Members of the Oceanclub”.

Ως ιδρύτρια και ιδιοκτήτρια δύο δισκογραφικών εταιριών, των Monika Enterprise και Moabit Musik, θα προμοτάρει την αντισυμβατικότητα. Η πρώτη εταιρία θα στηρίξει τα νέα ταλέντα της ηλεκτρονικής μουσικής, ενώ η δεύτερη θα στεγάσει τις προσωπικές τις κυκλοφορίες. Εκτός από τις εμφανίσεις της ως DJ σε διάφορα club και φεστιβάλ, η Gut θα κυκλοφορήσει το πρώτο σόλο άλμπουμ της με τίτλο “I Put a Record On”, τον Απρίλιο του 2007. Από τότε εμφανίζεται live με το laptop και το μικρόφωνό της, συνοδευόμενη από τα videoclips της. Σύμφωνα με το τεύχος Απριλίου του 2008 του περιοδικού The Wire, και έχοντας την Gudrun Gut στο εξώφυλλό του, αναφέρει ότι “αυτή η φιλότεχνη φιλοξενεί τη νέα μουσική σκηνή του Βερολίνου για 30 ολόκληρα χρόνια.”

Miss Djax

Saskia Slegers / Miss Djax (1962, Ολλανδία)

Η αυτού μεγαλειότης, βασίλισσα της acid, Miss Djax ήταν αυτή που ξεκίνησε τη δισκογραφική Djax-Up-Beats το 1989 που αποτέλεσε μία ισχυρή μηχανή παραγωγής, κάνοντας την techno γνωστή σε ολόκληρο τον πλανήτη. Η επιρροή της δισκογραφικής της, αλλά και η καριέρα της ως DJ ήταν και είναι από τις σημαντικότερες του χώρου, σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Miss Djax ή αλλιώς Saskia Slegers, δεν είναι μόνο εξαιρετική DJ, αλλά φροντίζει συνεχώς να κυκλοφορεί φρέσκια underground μουσική, βάζοντας μάλιστα το Eindhoven ή αλλιώς Acidhoven στο χάρτη της ηλεκτρονικής μουσικής. Ο James Hymann, του MTV Europe, χαρακτήρισε τη δισκογραφική της ως μία από τις πιο σημαντικές για τη δεκαετία του ‘90 και μία από τις πιο πολυσυζητημένες του κόσμου. Παραγωγοί όπως οι Felix da Housecat, Justin Berkovi, Claude Young, Luke Slater, DJ Rush και φυσικά η ίδια Miss Djax έχουν κυκλοφορήσει παραγωγές τους από αυτήν, καθιστώντας την εταιρία μία από τις πιο πολυβραβεύμενες όλων των εποχών.

DJ Minx (photo Bryan Mitchel)

Jennifer Witcher / DJ Minx (1968, ΗΠΑ)

Η DJ Minx ενώ είχε ήδη μία ραδιοφωνική εκπομπή για την ηλεκτρονική μουσική, άρχισε να παίζει μουσική σε clubs εξαιτίας του περίφημου club Music Institute, στο Ντιτρόιτ, απ’ όπου ξεκίνησαν οι πρωτεργάτες της techno. Μετά από τρεις δεκαετίες ως DJ, συνεχίζει να παίζει μουσική. Ήταν αυτή που το 1996, ίδρυσε το Women on Wax, μία κολλεκτίβα γυναικών DJs από τη Metro περιοχή του Ντιτρόιτ. Από τότε δουλεύει με promoters και DJs από ολόκληρη την Αμερική για να στηρίξει την καριέρα πολλών γυναικών του χώρου. Το 2001, η Minx θα ξεκινήσει και τη δική της δισκογραφική, τη Women On Wax Recordings, και πλατφόρμα για τη στήριξη των τοπικών μουσικών παραγωγών αλλά και σπίτι για τις δικές της παραγωγές, συμπεριλαμβανομένου και της μεγάλης της επιτυχίας του 2003, “A Walk In The Park”. Συνεχίζει ακόμα και σήμερα να συνεργάζεται, να κάνει παραγωγές και ρεμίξ για πολλές άλλες εταιρίες.

Ellen Allien (photo Stini Roehrs)

Ellen Fratz / Ellen Allien (1968, Γερμανία)

Η Ellen Fraatz ή αλλιώς Ellen Allien είναι μία από τις κορυφαίες μουσικούς ηλεκτρονικής μουσικής, DJ και ιδιοκτήτρια της δισκογραφικής Bpitch Control, σπίτι για πολλούς σημαντικούς καλλιτέχνες της ηλεκτρονικής μουσικής. Μένει στο Βερολίνο και στο παρελθόν έχει δηλώσει ότι μία πηγή έμπνευσής της είναι η επανένωση της πόλης, αφιερώνοντας το άλμπουμ “Stadtkind” στο Βερολίνο. Ασχολήθηκε με την dance μουσική μετά από διαμονή της στο Λονδίνο, όταν το acid house φαινόμενο ήταν στα καλύτερά του. Λίγο μετά θα ασχοληθεί με το DJing, και μέχρι το 1993 θα παίξει στα σημαντικότερα club της εποχής όπως τα Fischlabor και Tresor. Καθ’ όλη τη δεκαετία του ‘90 κάνει και ραδιόφωνο, θα εργαστεί σε δισκοπωλείο και θα ξεκινήσει τα δικά της πάρτι με τίτλο BPitch Control, όπως έτσι θα ονομάσει και τη δισκογραφική της. Η εταιρία της πιστή στις minimal techno κυκλοφορίες, θα κάνει γνωστούς παραγωγούς όπως τους Paul Kalkbrenner, Ben Klock, Modeselektor και Apparat.

Heather Heart

Heather Lotruglio / Heather Heart (1971, ΗΠΑ)

Το 1990, η Heather Heart άνοιξε το Groove Records στη Νέα Υόρκη, το πρώτο δισκοπωλείο μόνο για techno, παρέα με τους Frankie Bones και Adam X. Γέννημα θρέμμα του Μπρούκλιν και αρκετά πεισματάρα, ξεκίνησε το Under One Sky -zine, που κατέληξε να είναι μία από τις σημαντικότερες εκδόσεις για την techno σε ολόκληρη την Αμερική. Το 1992 ξεκίνησε να παίζει ως DJ, για να γίνει η πιο γνωστή φιγούρα του Storm Rave, των νεοϋορκέζικων πάρτι στη Νέα Υόρκη από τον Frankie Bones. Συνέχισε διοργανώνοντας τα δικά της rave parties, που κατέληξαν να είναι η ραχοκοκαλιά της νεοϋορκέζικης underground μουσικής σκηνής και η ίδια να χαρακτηριστεί ως η πρόγονος αλλά και κινητήρια δύναμη της αμερικάνικης techno σκηνής.

Kittin

Caroline Hervé / Kittin (1973, Γαλλία)

Το ενδιαφέρον της Miss Kittin, ή αλλιώς Caroline Herve, ή τώρα πια απλά Kittin ξεκίνησε από τη δισκοθήκη των γονιών της, που περιείχε τα πάντα: από disco και funk μέχρι κλασική και jazz. Αρχές των 90s ανακάλυψε και γοητεύθηκε από τη rave σκηνή, και μέσα σε 3 χρόνια άρχισε να παίζει και η ίδια σε πάρτι και clubs. Θα κυκλοφορήσει κάποιες παραγωγές της δεξιά και αριστερά μεταξύ ‘96 και ‘97, μέχρι το ‘98, που θα κυκλοφορήσει με την International Deejay Gigolos, το ντεμπούτο ΕΡ, Champagne.

Με τον Hacker, θα κυκλοφορήσουν το First Album το 2000, ένας πετυχημένος συνδυασμός club παραγωγής με new wave pop ευαισθησίες. Το single “Frank Sinatra” λατρεύτηκε από το electroclash κοινό, και εκείνη θα συνεργαστεί κάνοντας φωνητικά και για άλλους παραγωγούς όπως τον Felix da Housecat, για το single “Silver Screen Shower Scene”, του 2002. Η Kittin θα κυκλοφορήσει την techno συλλογή On the Road, για να επιδείξει το ταλέντο της ως DJ σε αυτούς που τη θεωρούν μόνο τραγουδίστρια της electroclash και έκτοτε θα συνεχίσει με την πρώτη της και μεγάλη αγάπη, δλδ τo DJ spinning.

Marea Stamper / Black Madonna

Marea Stamper / Black Madonna (1977, ΗΠΑ)

Η Black Madonna και DJ of the Year για το 2016 σύμφωνα με το περιοδικό Mixmag, είναι αδιαμφισβήτητα μία από τις καλύτερες του είδους της. DJ resident στο θρυλικό Smart Bar και underground ακτιβίστρια η αλλιώς επονομαζόμενη Marea Stamper, είχε μπει από νωρίς στις χορευτικές πίστες, ασχολούμενη με την προώθηση, διανομή, το merchandising, και το label-management, πριν τελικά γίνει παραγωγός και DJ. Μιλάει ανοικτά για κοινωνικά θέματα σχετικά με την ισότητα των φύλων και των φυλών, για τα δικαιώματα της LGBTQ κοινότητας, τόσο εντός όσο και εκτός των dancefloors.

Marie Davidson

Marie Davidson (1987, Καναδάς)

Η εκ του Μοντρεάλ, καναδέζα Marie Davidson έχει παίξει με αρκετά μουσικά σχήματα πριν αρχίσει να κάνει θόρυβο και να κεντρίζει το ενδιαφέρον της μουσικής κοινότητας με τις σόλο δουλειές της, αλλά και την πορεία της ως μέλος των Essaie Pas. Οπλισμένη με ένα σκασμό από synthesizers, drum machines, sequencers, και πετάλια, η Davidson θολώνει τις διαχωριστικές γραμμές και κινείται μεταξύ techno, Italo disco, synth pop, house και άλλων ειδών της χορευτικής μουσικής.

Έχει περάσει 6 χρόνια της καριέρας της ως σόλο καλλιτέχνιδα, χρησιμοποιώντας τη δουλειά της ως έναν τρόπο για να κριτικάρει τι συμβαίνει μέσα στα clubs και γύρω από αυτά. Είναι άριστη στο να βάζει τους άλλους στη θέση τους. Στο 4ο άλμπουμ της του 2018, το Working Class Woman, οι εικόνες είναι διεισδυτικές: στίχοι με τολμηρή παραβατική, φεμινιστική διάθεση και με έναν ήχο κάπου μεταξύ του spoken word από το electroclash της Miss Kittin και την ονειρική δυσαρμονία της Julee Cruise.

Nina Kraviz

Nina Kravits / Nina Kraviz (1989, Σιβυρία/Ρωσία)

Παραγωγός, ενίοτε vocalist, και από τις πιο γνωστές DJs, η Nina Kraviz από το Irkutsk της Σιβηρίας, ερωτεύθηκε τη house στα μέσα των ’90s από το ραδιόφωνο. Μερικά χρόνια αργότερα θα μετακομίσει στη Μόσχα, για να σπουδάσει οδοντιατρική, και να γίνει μέλος του trio MySpaceRocket. Το σχήμα κυκλοφόρησε σε 12ιντσο, το 2007 το “Amok,” ένα house track με βαθιά μπασογραμμή και τα φωνητικά της Kraviz.

Το 2013 ένα video από το Resident Advisor για το προφίλ της, με την ίδια να δίνει συνέντευξη μέσα στην μπανιέρα πιθανότατα γυμνή, ήταν η αφορμή να ξεκινήσει μία συζήτηση περί φεμινισμού σε ένα κατά κύριο λόγο ανδροκρατούμενο και συχνά σεξιστικό χώρο, όπως αυτόν της techno. Κανένας δεν έχει μείνει σε αυτό το γεγονός, αλλά στη βαθιά γνώση της για την dance μουσική, τα εκρηκτικά dj sets με εμφανίσεις της σε ολόκληρο τον πλανήτη και τη δισκογραφική της που πρωτοπορεί με νέα ταλέντα, αφού πρόκειται για μία από τις πιο αναγνωρισμένες techno DJs αυτή την στιγμή σε ολόκληρο τον κόσμο.

Umfang

Emma Burgess-Olson / Umfang (1989, ΗΠΑ)

Μπορεί να έχετε ήδη ακούσει για την Discwoman, τη γυναικεία κολλεκτίβα καλλιτεχνών και club promoters με έδρα τη Νέα Υόρκη και στόχο την προώθηση των γυναικείων ταλέντων της αμερικάνικης underground ηλεκτρονικής μουσικής. Τώρα αποτελεί ένα παγκόσμιο κίνημα, με πολλές DJs, καθώς τα ιδανικά του εξαπλώνονται ταχύτατα σε όλη τη Βόρεια Αμερική. Ένα από τα ιδρυτικά στελέχη της Discwoman, είναι η Emma Olson, ή αλλιώς Umfang, που έγινε γνωστή σχετικά πρόσφατα για τις techno παραγωγές της και τα μοναδικά DJ sets της, πηγαίνοντας τη μουσική βιομηχανία προς διαφορετικές κατευθύνσεις.